ἐκκόπτω


ἐκκόπτω
ἐκ|κόπτω ['избивать'] отрубать; истреблять, убивать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἐκκόπτω" в других словарях:

  • ἐκκόπτω — ἐκκόπτης one who excises masc gen sg (attic epic ionic) ἐκκόπτω cut out pres subj act 1st sg ἐκκόπτω cut out pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκκόπτω — (AM ἐκκόπτω) αποκόπτω, κόβω και αφαιρώ («εἰ ἡ δεξιά σου χεὶρ σκανδαλίζει σε, ἔκκοψον αὐτὴν καὶ βάλε ἀπὸ σοῡ», ΚΔ) αρχ. μσν. 1. δίνω τέλος 2. διακόπτω κάποιον που μιλάει 3. (για συζήτηση) σταματώ 4. (για χρόνο) αφαιρώ 5. (για εισφορά) καταργώ 6.… …   Dictionary of Greek

  • ἐκκεκομμένα — ἐκκόπτω cut out perf part mp neut nom/voc/acc pl ἐκκεκομμένᾱ , ἐκκόπτω cut out perf part mp fem nom/voc/acc dual ἐκκεκομμένᾱ , ἐκκόπτω cut out perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκκόπτετε — ἐκκόπτω cut out pres imperat act 2nd pl ἐκκόπτω cut out pres ind act 2nd pl ἐκκόπτω cut out imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκκόψει — ἐκκόπτω cut out aor subj act 3rd sg (epic) ἐκκόπτω cut out fut ind mid 2nd sg ἐκκόπτω cut out fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκκόψουσι — ἐκκόπτω cut out aor subj act 3rd pl (epic) ἐκκόπτω cut out fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐκκόπτω cut out fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκκόψουσιν — ἐκκόπτω cut out aor subj act 3rd pl (epic) ἐκκόπτω cut out fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐκκόπτω cut out fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκκόψω — ἐκκόπτω cut out aor subj act 1st sg ἐκκόπτω cut out fut ind act 1st sg ἐκκόπτω cut out aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκκόψῃ — ἐκκόπτω cut out aor subj mid 2nd sg ἐκκόπτω cut out aor subj act 3rd sg ἐκκόπτω cut out fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκκεκομμέναι — ἐκκόπτω cut out perf part mp fem nom/voc pl ἐκκεκομμένᾱͅ , ἐκκόπτω cut out perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκκεκομμένον — ἐκκόπτω cut out perf part mp masc acc sg ἐκκόπτω cut out perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)